βλαύτη

βλαύτη
Grammatical information: f.
Meaning: `slipper' (Com.).
Other forms: βλαῦδες ἐμβάδες, κρηπῖδες, σανδάλια H. (reshapingof βλαῦται after ἐμβάδες is hardly the solution; s. below).
Derivatives: Verb βλαυτοῦν ὑποδέειν. η πλήσσειν σανδαλίῳ, οἱ δε ὑποδήματι H. (from Men.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: A foreign word (Schwyzer 61), prob. Pre-Gr. (τ\/δ).
Page in Frisk: 1,242

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βλαύτη — βλαύτη, η (Α) πληθ. αἱ βλαῡται πολυτελὴ ἀνδρικὰ σανδάλια, παντόφλες, για τα συμπόσια και τα γυμναστήρια. [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. άγνωστης προέλευσης] …   Dictionary of Greek

  • βλαύτη — slipper fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαύτῃ — βλαύτη slipper fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαυτῶν — βλαύτη slipper fem gen pl βλαυτόω beat with slippers pres part act masc voc sg (doric aeolic) βλαυτόω beat with slippers pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) βλαυτόω beat with slippers pres part act masc nom sg βλαυτόω beat with… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαῦται — βλαύτη slipper fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαύταις — βλαύτη slipper fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαύτην — βλαύτη slipper fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαύτης — βλαύτη slipper fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαύτας — βλαύτᾱς , βλαύτη slipper fem acc pl βλαύτᾱς , βλαύτη slipper fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαυτίον — βλαυτίον, το (Α) [βλαύτη] παντοφλάκι …   Dictionary of Greek

  • εύμαρις — εὔμαρις, άριδος, ἡ (Α) ασιατικό σάνδαλο, είδος παντόφλας («κροκόβαπτον εὔμαριν ἀείρων», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λέξη, άγνωστης προελεύσεως, πράγμα συνηθισμένο για ονομασίες υποδημάτων (πρβλ. αρβύλη, ασκέρα, βλαύτη κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.